Άρειος Πάγος Απόφαση 867/2014

 

Άρειος Πάγος Απόφαση 867/2014

Όπως είναι γνωστό, τα Δικαστήρια μας κατ’επανάληψη έχουν ασχοληθεί με διενέξεις μεταξύ ασφαλιστικών εταιριών και διαμεσολαβούντων.

Με την πρόσφατη Απόφαση του ο Αρειος Πάγος (867/2014) επαναλαμβάνει και προσδιορίζει με ιδιαίτερη σαφήνεια, την πάγια θέση ότι η νομική «σχέση» μεταξύ Ασφαλιστικής εταιρίας και Πράκτορα είναι αυτή της (έμμισθης) εντολής (αρ.713 επ. Αστικού Κώδικα), όπως άλλωστε ρητά αναφέρει και το αρ.4 παρ.1 εδ.α’Ν.1569/85. Στην σχέση αυτή «εντολέας» είναι η ασφαλιστική εταιρία και «εντολοδόχος» ο Πράκτορας, και διέπεται η σχέση αυτή περαιτέρω και ειδικότερα από τις διατάξεις του Νόμου 1569/85, όπως έχει τροποποιηθεί και ισχύει και την λοιπή ασφαλιστική νομοθεσία για τους διαμεσολαβούντες στις ασφαλιστικές εργασίες. (Σκόπιμο και αναγκαίο είναι να επισημανθεί ότι αυτό δεν ισχύει για τις σχέσεις της ασφαλιστικής εταιρίας με τους Μεσίτες ασφαλίσεων, τους Συντονιστές ασφαλιστικών Συμβούλων και τους Ασφαλιστικούς Συμβούλους).

Δέχεται επίσης ο Αρειος Πάγος ότι ο Πράκτορας, υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις, σύμφωνα και με την διάταξη του αρ.4.παρ.4 ν.1569/85, δικαιούται συγκεκριμένης (συμφωνηθείσας) προμηθείας – αποζημίωσης από την ασφαλιστική εταιρία, αν παραγωγή για την οποία είχε διαμεσολαβήσει, συνεχίζει να υφίσταται στην ασφαλιστική εταιρία, έστω και χωρίς πλέον την διαμεσολάβηση του, ήτοι όταν τυπικά ή άτυπα η μεταξύ τους Πρακτοριακή σύμβαση θα έχει λήξει ή θα έχει λυθεί.

Λαμβάνοντας υπ’όψιν τα όσα προέκυψαν στην συγκεκριμένη περίπτωση (δεδομένου ότι μια γενίκευση –υπό διάφορα πραγματικά περιστατικά- θα μπορούσε να έφθανε σε εσφαλμένα συμπεράσματα) κρίθηκε ότι:

Ι.

1.Η συνέχιση (ανανέωση ή/και νέα ασφαλιστική σύμβαση) της ασφαλιστικής καλύψεως συγκεκριμένου ασφαλισμένου, από την ασφαλιστική εταιρία, για την ασφάλιση του οποίου είχε μέχρι τότε μεσολαβήσει συγκεκριμένος Πράκτορας της, την υποχρεώνει να του καταβάλει τις συμφωνηθείσες προμήθειες, για χρονικό διάστημα μέχρι τρία (3) έτη, εφόσον:

α. Η ασφαλιστική εταιρία συνεχίσει να ασφαλίζει τον συγκεκριμένο ασφαλισμένο για τους αυτούς (τουλάχιστον) κινδύνους, για την χρονική περίοδο των τριών (3) ετών,

β. Στην νέα αυτή σύμβαση δεν διαμεσολαβεί άλλος Πράκτορας,

γ. Η Πρακτοριακή σύμβαση δεν είχε καταγγελθεί, από πλευράς της εταιρίας, για «σπουδαίο λόγο» στο πρόσωπο του Πράκτορα.

2. Το ύψος του ασφαλίστρου που εισέπραξε η ασφαλιστική εταιρία, για την νέα σύμβαση (ή ανανέωση της προηγούμενης) δεν έχει την οποιαδήποτε σημασία έναντι του Πράκτορα, ο οποίος συνεχίζει να δικαιούται την (προηγουμένως) συμφωνηθείσα προμήθεια του.

Εν προκειμένω (προκύπτει ότι) η ασφαλιστική εταιρία με απ’ευθείας συμφωνία με τον ασφαλιζόμενο (και με δικό του αίτημα) είχε μειώσει το ασφάλιστρο (κατά 25% και 18% περίπου), προκειμένου αυτός να συνεχίσει να ασφαλίζεται σε αυτή, χωρίς την διαμεσολάβηση του Πράκτορα, ο οποίος είχε αρχικά διαμεσολαβήσει για την σύναψη της συγκεκριμένης ασφαλιστικής συμβάσεως, με προμήθεια (12% περίπου).

Το γεγονός αυτό, όπως έκρινε ο Αρειος Πάγος δεν είχε την οποιαδήποτε σημασία, δεδομένου ότι η ειδική ασφαλιστική νομοθεσία (αρ.4 παρ.4 ν.1569/85) προστατεύει τον Πράκτορα στις περιπτώσεις αυτές και αυτός δικαιούται της προμήθειας του (υπό τις προαναφερθείσες προϋποθέσεις και για το συγκεκριμένο χρονικό διάστημα).

3. Θα πρέπει να σημειωθεί ότι το Εφετείο είχε κρίνει –εσφαλμένα- ότι η νομική σχέση Ασφαλιστικής εταιρίας – Πράκτορα είναι αυτή της «συμβάσεως έργου», που ισχύει –κατά κανόνα- στις σχέσεις της ασφαλιστικής εταιρίας με τους Ασφαλιστικούς Συμβούλους και τους Συντονιστές Ασφαλιστικών Συμβούλων.

Με βάση την παραδοχή αυτή το Εφετείο είχε δεχθεί ότι, μετά το αίτημα του ασφαλισμένου για απ’ευθείας σύναψη της νέας (ή ανανέωση της παλαιάς) ασφαλιστικής του συμβάσεως, χωρίς την διαμεσολάβηση του μέχρι τότε διαμεσολαβήσαντα Πράκτορα, η ασφαλιστική εταιρία είχε το δικαίωμα, μονομερώς, να διακόψει (ή να θεωρήσει ότι διέκοψε) την συνεργασία της με τον συγκεκριμένο Πράκτορα και να μην του καταβάλει την οποιαδήποτε προμήθεια. Η παραδοχή του Εφετείου είχε βασισθεί στο αρ.700 Αστικού Κώδικα (σύμβαση έργου), που επιτρέπει στον «εργοδότη» να καταγγείλει την σύμβαση έργου, πριν την ολοκλήρωση του (επιφυλασσομένου του δικαιώματος αποζημίωσης του εργολάβου).

4. Λαμβανομένου υπ’όψιν ότι πρόσφατα έχει υπάρξει μια έντονη συζήτηση για τον «προσδιορισμό» του «σπουδαίου λόγου» ακύρωσης μιάς πρακτοριακής σύμβάσης, θα πρέπει να επισημανθεί ότι ή έννοια του «σπουδαίου λόγου» είναι νομική και θα κριθεί πάντοτε με βάση τις συγκεκριμένες συνθήκες και τα συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά. Κατ’επέκταση ο «απόλυτος» προσδιορισμός της εκ των προτέρων, είναι πρακτικά ανέφικτος και όχι απόλυτα ασφαλής, αφού αυτός σε κάθε περίπτωση (αν δεν υπάρξει συμβιβαστική διευθέτηση) θα κριθεί από το Δικαστήριο.

Επομένως μόνον ενδεικτικά μπορεί να «προσδιορισθεί» και σε κάθε περίπτωση η ενδεικτική αναφορά «σπουδαίων λόγων ακύρωσης των ασφαλιστικών συμβάσεων» δεν επιτρέπει την καταχρηστική χρησιμοποίηση/επίκληση των από την ασφαλιστική εταιρία που αν δεν τους αποδείξει, θα υποχρεούται σε αποζημίωση του Πράκτορα.

ΙΙ.

1. Η κρίση του Αρείου Πάγου

κατοχυρώνει τα δικαιώματα των Πρακτόρων, έναντι των ασφαλιστικών εταιριών και ειδικά το δικαίωμα στην πελατεία τους, , υπό τις συγκεκριμένες προϋποθέσεις,

Υποχρεώνει τις εταιρίες να σεβασθούν τα δικαιώματα του Πράκτορα στην πελατεία του, ειδικά σε περίπτωση λήξης ή λύσης της ασφαλιστικής σύμβασης, αναίτιας καταγγελίας της ή/και καταγγελίας της για λόγο που δεν θα αποδειχθεί «σπουδαίος», Προσδιορίζει όμως, έμμεσα και τις ευθύνες των Πρακτόρων απέναντι στην ασφαλιστική εταιρία, αφού ευθύνονται απέναντι της για κάθε «πταίσμα» τους (αρ.714 Αστικού Κώδικα), στην εκτέλεση της «εντολής» της για διαμεσολάβηση τους στις ασφαλιστικές συμβάσεις με τους ασφαλισμένους της ή με αυτούς που ενδιαφέρονται να ασφαλισθούν σε αυτή.

 

Leave a Reply